Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

μάτια

Το λεωφορείο για το Κοραλένχο είχε αργήσει δυο ώρες και η υγρασία από το λιμάνι τρύπαγε βελονιές καυτές στα κόκαλα μου. Ευτυχώς μου είχαν μείνει μερικά τσιγάρα και μια χούφτα φιστίκια που χα βουτήξει χτες απόγευμα από ένα μπαρ.
Δυο ώρες και τρία τέσσερα λεπτά. Έσβησα και το δεύτερο τσιγάρο. Παράξενο να λες , μου παν για το νησί με τους ανέμους και τους χρυσούς αμμόλοφους και λαχταρούσα για τούτα όσο τίποτα, μα το σκοτάδι στο λιμάνι είχε πέσει βαρύ και τους ανέμους είχε νικήσει τώρα μια ανύποπτη σιωπή που χε μυρουδιά ωκεανού απέραντου.
Δυο ώρες , είκοσι δύο λεπτά, τέσσερα  τσιγάρα . Δύο φώτα λεωφορείου ξεπρόβαλαν τώρα από την στροφή στον λόφο πάνω από το λιμάνι. Γύρο μου τώρα ψίθυροι, πολλοί ψίθυροι και ένας αναστεναγμός κάπου ανάμεσα τους. Αδιαφόρησα .
Το λεωφορείο πάρκαρε ανάμεσα στο μπούγιο και σε μένα, μα πριν προλάβει  ξεχώρισα δύο μάτια. Πέταξα το τσιγάρο κάτω και κρυφό χαμογέλασα, σχεδόν ξεχασμένη έκφραση από το πρόσωπο μου αυτή και αυτή απέναντι μου το κατάλαβε. Με ρώτησε από που είμαι. Γκριέγο απάντησα. Τέσσερις λέξεις στα ισπανικά είχα μάθει, οι τρεις ήταν για να περιγράφω κάποτε τα μάτια της. Για τούτης όμως εδώ δεν φτάναν τρεις. Κοίταξε την πεταμένη γόπα και μου ζήτησε τσιγάρο. Ρακέλ είπε.
Δυο ώρες , είκοσιδυο λεπτά, τέσσερα  τσιγάρα και τέσσερις μήνες που αποφάσισε να με βγάλει από την ζωή της. Μία ηλιαχτίδα  μου καίει το μάγουλο.Πρέπει να με είχα αποκοιμηθεί ενώ η Ρακέλ μου μιλούσε για τα κύματα ,την σανίδα της, τα ανέμελα χρόνια της Μαδρίτης και τα τρελά αδέρφια της στην Ανδαλουσία. Η λαχτάρα και ελευθερία λαμπύριζαν μέσα στα μάτια της. Ζήλεψα.
Έπρεπε να αλλάξω ήπειρο,  να μιλάω με την χαζή ποιο συχνά, τον Αντρέα, να περπατήσω στην Αθήνα με τον τομ, να τα φορτώσω όλα σε ένα σάκο στην πλάτη, να μιλήσω στον καθρέφτη και να κλάψω μπροστά στον γκρέγκ για να αρχίσω να νιώθω ξανά την λαχτάρα, την ελευθερία και την αγάπη, από δω και πέρα. Αγάπη για εμένα. Από δώ και πέρα.
Τρεις ώρες , σαραντατρία λεπτά , τέσσερις μήνες που αποφάσισε να με βγάλει από την ζωή της και δύο μάτια ηλιαχτίδες να με κοιτάν.  Ο ήλιος είχε ξεπροβάλει για τα καλά, πότιζε  φως τους απέραντους χρυσαφένιους αμμόλοφους. Δυο σπίτια.. τρία τώρα , τρία σπίτια και ένας φάρος, στα δεξιά πινακίδα , « καλωσορίσατε στο Κοραλένχο το στολίδι της Φουαρδεμενδούρα » Γέλασα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου