Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

κάπου εκεί τον Αύγουστο του δεκατρία, λίγο πριν παχύνουν οι μύγες (παρτ του)

 

Σε ένα χοστελ στην Τενερίφη, απόγευμα, ο Πολωνός ρεσεψιονίστας δεν με γούσταρε, πρόσεξε τα πρησμένα από το μεθύσι μάτια μου και φοβήθηκε για τις μπίρες και το μισό μπουκάλι ρούμι που χε καβάτζα.
Μαλακίες είπα και άναψα τσιγάρο.

Ήρθε και έκατσε δίπλα μου,την λέγαν Σβετλάνα. Είχε έρθει, λέει, να κάνει ιστιοπλοΐα.

Άναψα και δεύτερο τσιγάρο.

ο Πολωνός συνέχισε να με κοιτά, ήταν που του χρώσταγα εκείνα τα 15 ευρώ για τις μπίρες ή που κοίταγα κάθε πρωί τον κώλο της καθαρίστριας γκόμενας του.

Και ενώ ο αέρας στην Τενερίφη κόντευε να ξεριζώσει τούτο το χαμαιτυπείο , η ατμόσφαιρα μύρισε λαχτάρα φυγής και η Σβετλάνα μου λεγε  πόσο της είχαν λείψει οι βόλτες με το ποδήλατο, η Μόσχα και ο Φεντόρ, ο μέθυσος καλλιτέχνης παρτενέρ της.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου