Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

κάπου εκεί τον Αύγουστο του δεκατρία, λίγο πριν παχύνουν οι μύγες

 

Άφησα την όμορφη Λα Πάλμα μέσα στα άγρια χαράματα, τούτο το νησί  το ποιο μαγικό και άγριο συνάμα από όλα τα Κανάρια. Ο ήλιος το πρωί έλουζε με χρώμα χρυσαφί τα πέτρινα σοκάκια, σαν να θελε να κρύψει καλά τους λεκέδες από αίματα και ρούμι, που πότιζαν κάθε βράδυ τα πλακόστρωτα από καβγάδες μεθυσμένων Ισπανών νταβάδων.
Βγήκα από το δώμα νο 15 αθόρυβα στον διάδρομο της πανσιόν λα κουμπάνα, το δώμα μπορεί να μην είχε παράθυρα αλλά ο κύριος Γενς θα άκουγε σίγουρα το γρήγορο φεβγίο μου, έκλεψα και τον σουγιά που χε ξεχασμένο πάνω στο γραφείο του. Ένας σουγιάς είναι πάντα χρήσιμος τις νύχτες.
Κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας σχεδόν , λίγο ακόμα και ήμουν ελεύθερος, έβαλα το κλειδί στην καγκελόπορτα, το γύρισα δυόμιση φορές όπως μου χε πει, βγήκα και έσπρωξα την ξύλινη πόρτα, ένας σκύλος ξύπνησε στο απέναντι πεζοδρόμιο, κλείδωσα ξανά.
Σκατά, είπα και κρέμασα το κλειδί με τρόπο να μην το δουν στον γάντζο πίσω από την πόρτα, όπως με είχε συμβουλέψει ο κ Γενς να κάνω. Πάνε σχεδόν 20 χρόνια, μου χε πει μια φορά, που αυτός και ο Βέλγος σύζυγος του ζουν από τούτο το μέρος, ένας μέρος που αλήτες, μέθυσοι και ρεμάλια δεν έχουν θέση.
Άναψα τσιγάρο και ήπια μια γουλιά απ' το μεσκάλ που χα φυλαγμένο στον σάκο μου.
Το καράβι για την Φουαρδεβεντούρα έφευγε σε 20 λεπτά.

στον τομ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου